Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΚΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ

Η ορθή λογιστική απεικόνιση της δραστηριότητας μιας συνεργατικής εταιρείας και η συνετή διαχείριση των περιουσιακών της στοιχείων, αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την επιτυχή έκβαση των στόχων της. Τούτο, άλλωστε, δεν ισχύει μόνο στις συνεργατικές εταιρείες, αλλά σε όλα τα νομικά πρόσωπα, που ανεξάρτητα από τη μορφή τους, επιδιώκουν να επιτύχουν ένα οικονομικό αποτέλεσμα. Η ορθότητα της λογιστικής απεικόνισης από τα αρμόδια πρόσωπα και το λελογισμένο της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων του οργανισμού στον οποίο υπηρετούν, τίθενται στο μικροσκόπιο των υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου, αλλά κυρίως ελέγχονται συστηματικά από τους εξωτερικούς ελεγκτές.

Ο έλεγχος των συνεργατικών εταιρειών είναι ταυτισμένος με την ίδια την ύπαρξη τους και προβλέπεται από το νομικό πλαίσιο που ισχύει σε κάθε χώρα.

Είναι σημαντικό και υπογραμμίζεται το γεγονός ότι, το συνεργατικό κίνημα από της ίδρυσης του, προσέδιδε μεγάλη σημασία στο λογιστικό και διαχειριστικό έλεγχο των συνεργατικών εταιρειών, γιατί πέραν από την αξιοποίηση των διαφόρων οικονομικών στοιχείων και ευρημάτων, θεωρούσε ότι τα καλά αποτελέσματα του ελέγχου, αποτελούσαν ένα “πιστοποιητικό”, το οποίο αποδείκνυε την άριστη ηθική υπόσταση, την εργατικότητα, την υπευθυνότητα και τη διορατικότητα των μελών των διοικητικών οργάνων.
Στην αρχαία Αίγυπτο, οι Φαραώ για τον έλεγχο της φορολογητέας ύλης, διόριζαν τους λεγόμενους “Επιστάτες” για τα σιτηρά.

Στην Αθήνα λειτουργούσε ως θεσμός το “Συνέδριο των Ελεγκτών”, πριν από το 300 π.χ. και είχε αποστολή τον έλεγχο των οικονομικών του κράτους.
Το Αθηναϊκό κράτος δημιούργησε επίσης ένα άλλο σώμα, το οποίο αποτελείτο από δέκα Αθηναίους Εφόρους, οι οποίοι εκλέγονταν από την Εκκλησία του Δήμου και ονομάζονταν “Εύθυνοι”. Οι “Εύθυνοι” έλεγχαν εκείνους που κατείχαν δημόσια αξιώματα και διαχειρίζονταν δημόσιο χρήμα, πριν αποχωρήσουν από την υπηρεσία τους.

Στην Αχαϊκή Συμπολιτεία υπήρξαν οι “εξεταστές”, οι “Συνήγοροι” και οι “Δοκιμαστήρες”, στη Βοιωτία οι “Κατόπτες”, στη Φθιώτιδα οι “Αρχησκόποι” και στη Θάσο οι “Απολόγοι”.
Στην αρχαία Ρώμη, ο έλεγχος των δημοσίων οικονομικών ανατέθηκε διαδοχικά στους “Ύπατους”, στους “Κήνσορες”, ή “Τιμητές” και στους “Ταμίες”. Αυτοί είχαν αρμοδιότητα να ελέγχουν τους λογαριασμούς των επαρχιών της αυτοκρατορίας.
Κατά την πρώιμη εποχή της Αναγέννησης αναπτύχθηκε σοβαρός έλεγχος στην Ιταλία, που θεωρείται η πατρίδα της λογιστικής. Η Πίζα, από τις αρχές του 13ου αιώνα, είχε τον επίσημο ελεγκτή της. Κατά την περίοδο αυτή ασχολούνταν με τον έλεγχο δύο πρόσωπα, των οποίων τα σχετικά κατάστιχα, θα έπρεπε αντιπαραβαλλόμενα να συμφωνούν.
Το υπουργείο οικονομικών της Αγγλίας χρησιμοποιούσε παρόμοιες μεθόδους ελέγχου, με εκείνες που εφαρμόζονταν στην Ιταλία. Συντελεστές του ελέγχου ήταν ο “Θησαυροφύλακας”, ο “Γραμματέας” και ένας εκπρόσωπος του Βασι λιά.

Τέλη του 17ου αιώνα, στη Γαλλία, στο Ελεγκτικό Συνέδριο του Παρισιού υπήρχε ένας ελεγκτής με αρμοδιότητα την επαλήθευση όλων των λογαριασμών.
Ο νεώτερος λογιστικός έλεγχος ξεκίνησε από την Αγγλία στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο έλεγχος των λογαριασμών γινόταν από άτομα πλήρως καταρτισμένα, με εξειδικευμένα επαγγελματικά προσόντα. Τα άτομα αυτά έφεραν τον τίτλο του “Chartered Accountant”, που στο περιεχόμενο του είναι ανάλογος με τον τίτλο του “Ορκωτού Λογιστή” της Ελλάδας.

Η πρώτη ένωση επαγγελματιών ελεγκτών ιδρύθηκε το 1581 στη Βενετία με την επωνυμία Coliegio dei Raxonati. Η ένωση αυτή, που ήταν κρατικός φορέας, ρύθμιζε με αυστηρότητα τις δραστηριότητες των μελών της και απόκτησε μεγάλη επιρροή. Ο θεσμός αυτός επεκτάθηκε αργότερα στο Μιλάνο και στη Μπολώνια με τη δημιουργία της Academia dei Regionieri, το 1658.

Η εμφάνιση του όρου “auditor” ανάγεται στο έτος 1285 στην εποχή του Εδουάρδου του Α΄. Κατά την περίοδο αυτή όλοι οι υπηρέτες, οι θαλαμηπόλοι, οι διοικητές, οι ταμίες και όλοι όσοι εισέπρατταν χρήματα του δημοσίου, ήταν υποχρεωμένοι να τηρούν λογαριασμούς. Ελέγχονταν από ελεγκτές, οι οποίοι ονομάζονταν “auditors”. Η μαρτυρία των “auditors” ήταν αρκετή για να καταδικαστεί οποιοσδήποτε, σε περίπτωση που διαπιστωνόταν ότι διέπραξε κατάχρηση σε βάρος του δημοσίου. Επίσης, το 1298, ο δήμαρχος και οι δημοτικοί άρχοντες (Σκαβίνοι) του Λονδίνου ονομάσθηκαν επίσημα “auditors”.
Υποκείμενο του ελέγχου των συνεργατικών εταιρειών

Υποκείμενο του ελέγχου είναι το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με τη διεξαγωγή του ελέγχου σε μια συνεργατική εταιρεία, δηλαδή, οι ελεγκτές. Οι ελεγκτές πρέπει να καλύπτουν πλήρως τα προβλεπόμενα επαγγελματικά προσόντα και να διαθέτουν ψηλή επαγγελματική συνείδηση. Τα υποκείμενα του ελέγχου, ανάλογα με το είδος της εργασίας που επιτελούν, τους σκοπούς που επιδιώκουν και τη σχέση που έχουν με την ελεγχόμενη εταιρεία, διακρίνονται σε εσωτερικούς και εξωτερικούς ελεγκτές.
 Εσωτερικός έλεγχος

Με την έννοια εσωτερικός έλεγχος, νοείται η παρακολούθηση των λογιστικών καταχωρήσεων και των διαχειριστικών πράξεων, με σκοπό την άμεση επισήμανση εκούσιων ή ακούσιων λαθών ή παραλήψεων ή αντικανονικών και παράνομων ενεργειών. Ο εσωτερικός έλεγχος έχει από τη φύση του προληπτικό χαρακτήρα, δηλαδή διενεργείται ταυτόχρονα με τις λογιστικές και διαχειριστικές πράξεις σε καθημερινή βάση, για να προλαβαίνει οποιανδήποτε λογιστική ή διαχειριστική παρατυπία, σκόπιμη ή μη.
Στις μικρές και πολύ μικρές συνεργατικές εταιρείες, οι οποίες διαθέτουν ένα ή δύο υπαλλήλους παρουσιάζεται σοβαρό πρόβλημα λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου διότι εκ των πραγμάτων, ούτε υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου, ούτε εσωτερικός ελεγκτής είναι δυνατόν να υπάρξουν, ούτε υπάρχουν τμήματα και συνεπώς ούτε τμηματάρχες-προϊστάμενοι, για να επιτελούν και το ρόλο του εσωτερικού ελεγκτή. Ο ένας ή οι δύο υπάλληλοι διεκπεραιώνουν όλες τις λειτουργίες της εταιρείας και έτσι ο εσωτερικός έλεγχος είναι, είτε ανύπαρκτος, είτε εντελώς αντιπαραγωγικός διότι οι υπάλληλοι καλούνται να ασκήσουν εσωτερικό έλεγχο στις πράξεις στις οποίες οι ίδιοι προβαίνουν.

Σε αυτές τις περιπτώσεις το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπισθεί με τη διενέργεια έκτακτων και απροειδοποίητων εξωτερικών ελέγχων, με τη στενή παρακολούθηση των λειτουργιών της εταιρείας από το διοικητικό συμβούλιο, με την σωστή επιλογή των υπαλλήλων κ.λπ.

Παρά τη μεγάλη σπουδαιότητα του έργου που επιτελεί ο εσωτερικός ελεγκτής,επιβάλλεται να επισημανθούν ορισμένα μειονεκτήματα, τα οποία αναφύονται από την υπαλληλική σχέση που έχει με την εταιρεία την οποία ελέγχει. Τα σημαντικότερα από αυτά είναι τα εξής:

● Ο εσωτερικός ελεγκτής εργάζεται μέσα στα πλαίσια των κανόνων και των όρων που θεσπίζουν τα όργανα της διοίκησης και όχι μέσα στα πλαίσια των κανόνων της ελεγκτικής.

● Συχνά ο εσωτερικός ελεγκτής δεν ενημερώνεται για τις αποφάσεις και τις πράξεις των διοικητικών οργάνων, ή των ιεραρχικά ανωτέρων του, με αποτέλεσμα ο έλεγχος του, να είναι περιορισμένος και σε πολλές περιπτώσεις να καθίσταται εντελώς τυπικός.

● Λόγω της υπαλληλικής σχέσης που έχει με την εταιρεία ο εσωτερικός ελεγκτής, είναι πολύ πιθανόν, η συναδελφική αλληλεγγύη να επηρεάσει αρνητικά την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του ελέγχου του. Η αδυναμία αυτή οξύνεται με το πέρασμα του χρόνου και την καλλιέργεια στενότερων φιλικών σχέσεων μεταξύ του ελεγκτή και των ελεγχόμενων.

● Συνήθως η επαγρύπνηση και η διερευνητικότητα του εσωτερικού ελεγκτή εξασθενούν σταδιακά, επειδή ασχολείται συνεχώς με τα ίδια θέματα, χρησιμοποιώντας τις ίδιες τεχνικές και εφαρμόζοντας τις ίδιες μεθόδους.

Με στόχο τον περιορισμό των πιο πάνω αδυναμιών, πολλές συνεργατικές εταιρείες προβαίνουν στις απαιτούμενες ενέργειες και προσδίδουν στη θέση του  εσωτερικού ελεγκτή ιδιαίτερο κύρος. Πρώτα απ’ όλα, επιλέγουν για τη θέση του εσωτερικού ελεγκτή, πρόσωπο με υψηλά ακαδημαϊκά προσόντα και άριστο ηθικό υπόβαθρο. Ακολούθως αποφασίζουν ότι ο εσωτερικός ελεγκτής πρέπει να υπάγεται άμεσα στα αιρετά όργανα της διοίκησης και να λειτουργεί κατά το δυνατόν αυτόνομα από τη δομή της εταιρείας. Τέλος, πολλές συνεργατικές εταιρείες επιτρέπουν στον εσωτερικό ελεγκτή να παρακάθεται στις συνεδριάσεις των διοικητικών οργάνων, για να λαμβάνει την αναγκαία πληροφόρηση με άμεσο τρόπο και να επιτελεί έτσι ευχερέστερα το έργο του.

Εξωτερικός έλεγχος

Ο εξωτερικός έλεγχος είναι ο έλεγχος ο οποίος διενεργείται από άτομα, με ειδικά προς τούτο επαγγελματικά προσόντα, με άρτια επιστημονική κατάρτιση και ειδική πείρα, με ακέραιο χαρακτήρα και ανεπίληπτο ήθος, τα οποία δεν έχουν καμιά απολύτως υποβλητική σχέση ή εξάρτιση με τη συνεργατική εταιρεία που ελέγχουν. Ο εξωτερικός έλεγχος διενεργείται από τον εξωτερικό ελεγκτή ή από υπηρεσία που αποτελείται από εξωτερικούς ελεγκτές.

Με τον όρο “εξωτερικός” που προσδίδεται στον ελεγκτή, νοείται ότι ο ελεγκτής δεν έχει καμιά σχέση με την εταιρεία που ελέγχει, η οποία είναι ενδεχόμενο να επηρεάσει την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του. Έτσι δεν διατηρεί καμιά υπαλληλική σχέση με την εταιρεία, ούτε είναι μέλος των αιρετών διοικητικών της οργάνων, ούτε έχει οποιανδήποτε άλλη εξάρτηση που να καταλήγει σε υποβλητική σχέση με την εταιρεία την οποία καλείται να ελέγξει.

Ο εξωτερικός ελεγκτής πρέπει να διαθέτει και τα ανάλογα προσόντα, τα οποία αφορούν, τόσο την επαγγελματική του συγκρότηση, όσο και το χαρακτήρα και γενικά την προσωπικότητα του. Ως προς την επαγγελματική συγκρότηση του πρέπει να είναι άτομο με άρτια επιστημονική κατάρτιση και εξειδικευμένη πείρα σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτουν τα διεθνή σώματα ελεγκτών. Ως προς την προσωπικότητα του πρέπει να είναι άτομο προικισμένο με ανεπίληπτο ήθος και ακέραιο χαρακτήρα, να διαθέτει ικανότητα ταχείας αντίληψης και να έχει σωστή κρίση, να διακρίνεται για την επινοητικότητα, την επιμέλεια, την εργατικότητα και την αυτοπεποίθηση του.

Ο έλεγχος των συνεργατικών εταιρειών διεθνώς

Σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική, οι συνεργατικές εταιρείες σε διεθνές επίπεδο, ελέγχονται κάθε χρόνο από εξωτερικούς ελεγκτές, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία σε κάθε χώρα, ή και τους κανονισμούς λειτουργίας των εταιρειών. Οι ελεγκτικές υπηρεσίες προσφέρονται στις συνεργατικές εταιρείες από ιδιώτες επαγγελματίες εξωτερικούς ελεγκτές, οι οποίοι εκλέγονται από τη γενική συνέλευση των μελών, ή από τις συνεργατικές ομοσπονδίες.

Πολλές συνεργατικές εταιρείες, εκτός από τους εξωτερικούς ελεγκτές, εκλέγουν στις γενικές τους συνελεύσεις πρόσθετους ελεγκτές από τα μέλη τους, οι οποίοι αναλαμβάνουν να παρακολουθούν τους εξωτερικούς ελεγκτές, για να διασφαλίζουν ότι τα αποτελέσματα του εξωτερικού ελέγχου και οι αποφάσεις που λαμβάνονται, είναι εναρμονισμένες με τα συμφέροντα των μελών. Οι εξωτερικοί ελεγκτές υποβάλλουν τις εκθέσεις τους στα διοικητικά όργανα για μελέτη και ανάληψη όλων των επιβαλλόμενων ενεργειών. Στις γενικές συνελεύσεις των μελών παρουσιάζεται περίληψη του ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης και μιας σύντομης δήλωσης για την ακρίβεια των στοιχείων του ισολογισμού και των λογαριασμών.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο ο διορισμός των εξωτερικών ελεγκτών γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο, ύστερα από απόφαση της γενικής συνέλευσης των μελών. Ο έλεγχος των συνεργατικών εταιρειών διενεργείται από προσοντούχους ελεγκτές, οι οποίοι πρέπει να είναι κανονικά μέλη εγκεκριμένων επαγγελματικών σωμάτων. Στο παρελθόν οι συνεργατικές εταιρείες γενικού εμπορίου ελέγχονταν από δικές τους ελεγκτικές εταιρείες, αλλά σήμερα αυτό έχει εγκαταλειφθεί και ο έλεγχος όλων των συνεργατικών εταιρειών του Ηνωμένου Βασιλείου αναλαμβάνεται από ιδιώτες ελεγκτές.

Γενικότερα στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο έλεγχος των συνεργατικών εταιρειών αναλαμβάνεται από ιδιώτες ελεγκτές. Υπάρχουν βεβαίως και ορισμένες εξαιρέσεις, όπως για παράδειγμα στη Γερμανία, όπου ο έλεγχος διενεργείται από συνεργατικές ελεγκτικές ενώσεις, οι οποίες προσφέρουν στα μέλη τους διοικητικές υπηρεσίες και υπηρεσίες διοικητικού ελέγχου. Στην Κύπρο επίσης ο έλεγχος διενεργείται από νομικό πρόσωπο που συστάθηκε για να επιτελεί ειδικά αυτό το ρόλο.

Ενημέρωση των μελών

Όπως έχει λεχθεί, οι εξωτερικοί ελεγκτές έχουν καθήκον να ενημερώνουν τα μέλη στις ετήσιες γενικές συνελεύσεις τους για τα αποτελέσματα του ελέγχου.

Τίθεται όμως συχνά το ερώτημα, μέχρι ποιού σημείου μπορεί να επεκτείνεται η ενημέρωση αυτή και σε ποιό βάθος είναι ορθό να προχωρεί; Θα μπορούσε εύκολα να προβληθεί η άποψη ότι η ενημέρωση πρέπει να είναι λεπτομερής, υπό την έννοια της εξάντλησης όλου του βάθους και όλου του πλάτους της κάθε πτυχής των λογαριασμών και της διαχείρισης της συνεργατικής εταιρείας. Είναι όμως τούτο ορθό και πραγματικά περιφρουρεί και προάγει τα συμφέροντα της εταιρείας και των μελών; Ή μήπως με τον τρόπο αυτό γίνεται κατάχρηση της έννοιας της διαφάνειας με αποτέλεσμα να βλάπτεται η εταιρεία και να ζημιώνονται τα μέλη;

Για να δοθούν απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά θα πρέπει πρώτα να διευκρινισθούν πλήρως οι σκοποί για τους οποίους γίνεται η ενημέρωση των μελών. Τα μέλη ενημερώνονται για τα αποτελέσματα του ελέγχου που διενεργούν οι εξωτερικοί ελεγκτές, για να είναι σε θέση, μέσα στα πλαίσια των δικαιωμάτων που τους παρέχει η δεύτερη συνεργατική Αρχή, να ασκήσουν το δικό τους έλεγχο στα διοικητικά όργανα της εταιρείας τους. Με βάση την πληροφόρηση που έχουν τα μέλη θα αξιολογήσουν την οικονομική κατάσταση και το γενικότερο έργο που επιτελεί η εταιρεία και θα εκτιμήσουν ανάλογα τις προοπτικές που υπάρχουν. Σε τελευταία ανάλυση σκοπός της ενημέρωσης είναι να βοηθήσει τα μέλη να αποκρυσταλλώσουν σωστή άποψη για τα εταιρικά δρώμενα και να πάρουν τις εκάστοτε ενδεικνυόμενες αποφάσεις.

Όταν η ενημέρωση των μελών ικανοποιεί τους σκοπούς αυτούς, θα πρέπει να θεωρείται πλήρης και ενδελεχής. Οι αναφορές σε λεπτομέρειες, που κατά γενική εκτίμηση θεωρούνται αχρείαστες, είναι ενδεχόμενο να ζημιώσουν την εταιρεία και να πλήξουν τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των μελών. Το γεγονός ότι στις πλείστες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και διεθνώς, η ενημέρωση των μελών γίνεται με την κατάθεση μιας περίληψης των λογαριασμών και μιας σύντομης δήλωσης των ελεγκτών για την ακρίβεια των στοιχείων τους δεν είναι τυχαίο. Άλλωστε τα μέλη δεν αξιολογούν το έργο που επιτελείται από τα διοικητικά όργανα μόνο από την ενημέρωση που θα έχουν από τους εξωτερικούς ελεγκτές, αλλά και από τις προσωπικές εμπειρίες, που το κάθε ένα αποκομίζει από τις σχέσεις και τη συχνή επαφή που διατηρεί με την εταιρεία.

Ο συνεργατικός τομέας δεν είναι αποκομμένος από τους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας μιας χώρας. Αποτελεί μέρος του οικονομικού συστήματος και επηρεάζεται, όπως και οι υπόλοιποι τομείς, από το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον. Κατά συνέπεια οι διαδικασίες του εξωτερικού ελέγχου των συνεργατικών εταιρειών, σε όλα τα στάδια του, δεν είναι ορθό να υστερούν από τις αντίστοι χες διαδικασίες του ιδιωτικού τομέα. Ταυτόχρονα όμως δε θα πρέπει στο συνεργατικό τομέα να εφαρμόζονται πρακτικές, που να οδηγούν τις συνεργατικές εταιρείες σε μειονεκτική θέση έναντι των εταιρειών του ιδιωτικού τομέα. Για παράδειγμα, αν δεν υπάρχουν σοβαροί λόγοι, δεν είναι ορθό να δημοσιοποιούνται στοιχεία τα οποία είναι ενδεχόμενο να θέσουν σε κίνδυνο τα οικονομικά συμφέροντα της εταιρείας ή να γίνονται ανακοινώσεις οι οποίες τείνουν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των μελών απέναντι στην εταιρεία τους.

Στις δημόσιες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα, η ενημέρωση των μετόχων που γίνεται από τους εξωτερικούς ελεγκτές, κατά κανόνα περιορίζεται αυστηρά στο επίπεδο που προβλέπεται από το ισχύουσα νομοθεσία και περιλαμβάνει τα αποτελέσματα του λογιστικού ελέγχου ( έκθεση ελεγκτών, ισολογισμός, λογαριασμός αποτελεσμάτων και συναφείς σημειώσεις επί των λογαριασμών). Για τα υπόλοιπα θέματα γίνεται ενημέρωση με την ανάγνωση της έκθεσης του διοικητικού συμβουλίου, με τον τρόπο και στην έκταση που το ίδιο το διοικητικό συμβούλιο θα κρίνει ότι εξυπηρετούνται καλύτερα τα συμφέροντα της εταιρείας.

Ανάλογες διαδικασίες εφαρμόζονται και στις συνεργατικές εταιρείες στις περισσότερες χώρες και ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης αλλά και του υπόλοιπου κόσμου.

Αντικείμενο και σκοποί του ελέγχου των συνεργατικών εταιρειών

Όπως συμβαίνει σε όλους τους οργανισμούς, έτσι και στις συνεργατικές εταιρείες, αντικείμενο του ελέγχου είναι η οικονομική διαχείριση ξένης περιουσίας η οποία απεικονίζεται λογιστικά. Ήτοι, για να έχει ο έλεγχος αντικείμενο θα πρέπει,

α. Η οικονομική διαχείριση να αφορά ξένη περιουσία και,

β. Η οικονομική διαχείριση της ξένης περιουσίας να απεικονίζεται λογιστικά.

Παρά το γεγονός ότι τα αιρετά διοικητικά όργανα και συνήθως και τα μη αιρετά διοικητικά όργανα μιας συνεργατικής εταιρείας είναι μέλη της και συμμετέχουν στο μετοχικό της κεφάλαιο, η εταιρική περιουσία είναι ξένη προς αυτά.

Κανένα απολύτως προσωπικό δικαίωμα έχουν στην περιουσία της εταιρείας, η οποία ανήκει συλλογικά στα μέλη. Απλώς, τα διοικητικά όργανα λαμβάνουν εντολή από τα μέλη, να διαχειρίζονται, με τον καλύτερο τρόπο, την περιουσία της εταιρείας προς όφελος της ιδίας και του συνόλου των μελών. Κατά συνέπεια τα διοικητικά όργανα μιας συνεργατικής εταιρείας ασκούν οικονομική διαχείρι ση σε ξένη περιουσία και έτσι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση για να έχει αντικείμενο ο έλεγχος.

Παράλληλα οι συνεργατικές εταιρείες, σε διεθνές επίπεδο, χρησιμοποιούν τη λογιστική για την απεικόνιση της οικονομικής διαχείρισης της εταιρικής περιουσίας. Στις περισσότερες μάλιστα χώρες και ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες, η λογιστική απεικόνιση γίνεται με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Η τήρηση της λογιστικής από τις συνεργατικές εταιρείες πληροί και τη δεύτερη προϋπόθεση και προσφέρει στον έλεγχο πλήρες και ξεκάθαρο αντικείμενο.

Οι κυριότεροι σκοποί του λογιστικού και διαχειριστικού ελέγχου μιας συνεργατικής εταιρείας συνοψίζονται ως ακολούθως:
● Πρώτα είναι η πρόληψη κάθε εκούσιου ή ακούσιου λάθους ή οποιασδήποτε κακόβουλης ενέργειας που βλάπτει τα συμφέροντα της εταιρείας ή συγκρούεται με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Στις περιπτώσεις αυτές ο έλεγχος έχει προληπτικό χαρακτήρα και διενεργείται κυρίως από τους εσωτερικούς ελεγκτές.
● Ακολούθως είναι η αποκάλυψη και η καταστολή εκούσιων ή ακούσιων σφαλμάτων, απατών κ.λπ. Ο έλεγχος αυτός έχει κατασταλτικό χαρακτήρα και διενεργείται κυρίως από τους εξωτερικούς ελεγκτές.
● Είναι τέλος η πιστοποίηση της ακρίβειας και της αλήθειας των οικονομικών καταστάσεων και πρωτίστως του ισολογισμού και του λογαριασμού αποτελεσμάτων και η εξαγωγή διαφόρων οικονομικών δεικτών, τους οποίους η εταιρεία μπορεί να αξιοποιήσει ποικιλοτρόπως.
Τα αποτελέσματα του ελέγχου αποτελούν στην πραγματικότητα τον καθρέφτη της συνεργατικής εταιρείας και παρουσιάζουν ενδιαφέρον το οποίο εκδηλώνεται και πέραν από τα στενά όρια της. Γενικά, τα αποτελέσματα του ελέγχου, προσελκύουν την προσοχή πολλών παραγόντων από τους οποίους οι κυριότεροι είναι οι εξής:
α. Τα αποτελέσματα του ελέγχου ενδιαφέρουν πρωτίστως τα μέλη της εταιρείας γιατί με βάση αυτά, θα ασκήσουν τον επιβαλλόμενο από τις συνεργατικές Αρχές έλεγχο στις πράξεις ή τις παραλήψεις των αιρετών διοικητικών οργάνων. Επίσης τα μέλη, με βάση τα αποτελέσματα, θα κάμουν τις παρεμβάσεις τους στα αναπτυξιακά προγράμματα, τα οποία η εταιρεία προτίθεται να εφαρμόσει ή στα κοινωνικά ανοίγματα, τα οποία σκοπεύει να υιοθετήσει.
Το ενδιαφέρον των μελών είναι συνδεδεμένο με τη μορφή που έχει η συνεργα τική τους εταιρεία αναφορικά με την ευθύνη που φέρουν απέναντι της. Είναι φυσικό στις συνεργατικές εταιρείες όπου η ευθύνη των μελών είναι απεριόριστη, το ενδιαφέρον να είναι μεγαλύτερο γιατί στη ψυχολογική διάθεση του μέλους εισάγεται εντονότερα το στοιχείο του προσωπικού οικονομικού συμφέροντος.
β. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα αποτελέσματα για τα αιρετά όργανα της εταιρείας. Το διοικητικό συμβούλιο θα παρουσιάσει τα αποτελέσματα του ελέγχου, αν είναι ικανοποιητικά, ως επιβεβαίωση της παραγωγικής διοίκησης που άσκησε στην εταιρεία και θα προσπαθήσει να τα αξιοποιήσει προς όφελος της εταιρείας και των μελών. Σε περίπτωση που τα αποτελέσματα δεν είναι ικανοποιητικά, η διοίκηση θα τα αναλύσει ενώπιον της γενικής συνέλευσης για σκοπούς ενημέρωσης και θα ζητήσει από τα μέλη την υιοθέτηση της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις διορθωτικής πολιτικής.
γ. Τα μη αιρετά όργανα και γενικά το υπαλληλικό προσωπικό, ενδιαφέρεται για τα αποτελέσματα του ελέγχου γιατί αυτά αποτελούν ταυτόχρονα και τα αποτελέσματα της εργασίας του. Επιπρόσθετα, με βάση αυτά, τα μη αιρετά όργανα και το προσωπικό θα διαμορφώσουν και θα υποβάλουν τις εισηγήσεις τους στα αιρετά διοικητικά όργανα.
δ. Τα κοινωνικοοικονομικά συστήματα που λειτουργούν στις σύγχρονες κοινωνίες αποτελούνται από το δημόσιο, τον ιδιωτικό και το συνεργατικό τομέα. Αυτή η πραγματικότητα επιβάλλει στο ίδιο το κράτος, να ενδιαφέρεται για τα αποτελέσματα του ελέγχου των συνεργατικών εταιρειών και να παρεμβαίνει με τους μηχανισμούς που το θεσμικό πλαίσιο του παρέχει, με στόχο τη διασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας και της κοινωνικής συνοχής.
ε. Οι πιστωτές της συνεργατικής εταιρείας έχουν έντονο ενδιαφέρον για τα αποτελέσματα του ελέγχου γιατί με βάση αυτά, θα καθορίσουν την πολιτική είσπραξης των χρημάτων τους και θα υπολογίσουν το μέγεθος των πιστωτικών διευκολύνσεων, που θα παρέχουν στην εταιρεία στο μέλλον.
στ. Σύμφωνα με την πρώτη συνεργατική Αρχή, οι συνεργατικές εταιρείες είναι ανοικτές σε όλα τα πρόσωπα, δηλαδή το κάθε άτομο που πληροί τα προβλεπόμενα από το θεσμικό πλαίσιο κριτήρια, κατέχει τη θέση του “εν δυνάμει μέλους”. Είναι λογικό για ένα άτομο, πριν αποφασίσει να ενταχθεί σε μια συνεργατική εταιρεία, να ενδιαφερθεί για την οικονομική και διαχειριστική της κατάσταση. Ο ενδιαφερόμενος θα αντλήσει τις αναγκαίες πληροφορίες από τους εξελεγμένους λογαριασμούς και τις συναφείς εκθέσεις.
ζ. Σε περίπτωση που η συνεργατική εταιρεία είναι πιστωτικό ίδρυμα, είναι φυσιολογικό, οι καταθέτες να έχουν έντονα αυξημένο ενδιαφέρον για τα αποτελέσματα του ελέγχου. Η καλή οικονομική κατάσταση και η συνετή διαχείριση της εταιρείας, που διαπιστώνονται επίσημα με τα αποτελέσματα του ελέγχου, διασφαλίζουν τις καταθέσεις. Η κακή οικονομική κατάσταση και η κακή διαχείριση θέτουν σε κίνδυνο τις καταθέσεις και είναι δυνατόν να οδηγήσουν τους  καταθέτες σε περιπέτειες. Είτε βέβαια συμβαίνει το πρώτο, είτε συμβαίνει το δεύτερο, είναι λογικό οι καταθέτες να έχουν αυξημένο ενδιαφέρον για τα αποτελέσματα του ελέγχου.
Γενικά συμπεράσματα
● Εσωτερικός έλεγχος: Παρά τα μειονεκτήματα που παρουσιάζει ο εσωτερικός έλεγχος, προσφέρει πολύ σημαντικά ωφελήματα στις συνεργατικές εταιρείες.
Έχει αποδειχθεί ότι, σε περίπτωση που ο εσωτερικός ελεγκτής αφεθεί να επιτελέσει απερίσπαστος το ρόλο του, οι πιθανότητες διάπραξης ακούσιων ή εκούσιων σφαλμάτων, περιορίζονται δραστικά. Το γεγονός αυτό επιβάλλει στις συνεργατικές εταιρείες να μεριμνούν για τη συνεχή ενίσχυση και αναβάθμιση των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που διαθέτουν. Τα διοικητικά όργανα των συνεργατικών εταιρειών, που δεν διαθέτουν τέτοιους μηχανισμούς, ή έχουν υποτυπώδεις εσωτερικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, επιβάλλεται να πάρουν τις αναγκαίες αποφάσεις για κάλυψη του κενού. Άλλωστε, η καλή λειτουργία μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου, διευκολύνει το έργο των εποπτικών αρχών και των αρχών εξωτερικού ελέγχου και στην περίπτωση των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων, βοηθά τον “κεντρικό φορέα” να επιτελέσει καλύτερα και ευχερέστερα το έργο του.
● Σχέσεις ελέγχοντος και ελεγχόμενου: Σε καμιά περίπτωση ο ελεγκτής, εσω τερικός ή εξωτερικός και τα διοικητικά όργανα της ελεγχόμενης εταιρείας, δεν πρέπει να βρίσκονται σε αντιπαράθεση. Ο τελικός σκοπός των διοικητικών οργάνων είναι η ανάπτυξη της εταιρείας και η περιφρούρηση και η προαγωγή των συμφερόντων των μελών. Ο τελικός σκοπός των ελεγκτικών οργάνων δεν είναι διαφορετικός. Απλώς ο ελεγκτής επιτελεί συμπληρωματικό, αλλά απαραίτητο έργο, μέσα στα πλαίσια της ευρύτερης λειτουργίας της συνεργατικής εταιρείας. Συνεπώς, η σχέση ελέγχοντος και ελεγχόμενου πρέπει να είναι σχέση συνεργασίας και όχι αντιπαράθεσης.

● Ενημέρωση των μελών: Οι συνεργατικές εταιρείες λειτουργούν σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού και εδράζουν την επιτυχία τους στην εμπιστοσύνη, με την οποία τα μέλη τους και το ευρύτερο κοινό τις περιβάλλει. Το γεγονός αυτό είναι σημαντικό και δεν είναι ορθό να αγνοείται όταν οι ελεγκτικές αρχές παρουσιάζουν τα αποτελέσματα του ελέγχου τους στις γενικές συνελεύσεις. Βεβαίως η ενημέρωση των μελών πρέπει να χαρακτηρίζεται για την ακρίβεια και την πληρότητα της. Είναι όμως πολύ ζημιογόνο για την εταιρεία και τα μέλη της, όταν με την ευκαιρία της παρουσίασης των αποτελεσμάτων του ελέγχου, δημοσιοποιούνται στοιχεία τα οποία δημιουργούν το ενδεχόμενο να πληγεί η ανταγωνιστική θέση της εταιρείας, ή να κλονισθεί η εμπιστοσύνη, με την οποία περιβάλλεται από τα μέλη της. Είναι βέβαιο ότι η ενημέρωση αυτού του είδους δεν είναι επιθυμητή ούτε από τα ίδια τα μέλη. Η “διαχωριστική γραμμή” μεταξύ των στοιχείων ή και των ευρημάτων του ελέγχου και της ενημέρωσης των μελών, πρέπει να χαράσσεται ύστερα από βαθύτατο προβληματισμό και ανταλλαγή απόψεων, τόσο με την ίδια την εταιρεία, όσο και με την εποπτική αρχή, αντούτο είναι επιβεβλημένο.
● Λογιστική εργασία: Η ελεγκτική αρχή είναι αναγκαίο να απαλλαγεί εντελώς από την ηθική, έστω, υποχρέωση διεκπεραίωσης λογιστικής εργασίας στις ελεγχόμενες συνεργατικές εταιρείες. Τούτο θα καταστήσει τα αποτελέσματα του ελέγχου περισσότερο αξιόπιστα και θα προσθέσει κύρος, τόσο στην εργασία της ελεγχόμενης εταιρείας, όσο και στον ίδιο τον ελεγκτή που διεξάγει τον έλεγχο.

● Σημασία των αποτελεσμάτων του ελέγχου: Παρατηρείται γενικά ότι τα μέλη των εταιρειών που συμμετέχουν στις γενικές συνελεύσεις, δε δίδουν τη δέουσα σημασία στα αποτελέσματα του ελέγχου. Οι λόγοι είναι διάφοροι και δεν είναι σκόπιμη η λεπτομερής αναφορά τους στα πλαίσια της παρούσας μελέτης. Τα αποτελέσματα του ελέγχου αποτελούν ουσιαστικά τον καθρέφτη της εταιρείας και κατά συνέπεια θα ήταν πολύ χρήσιμο να μελετούνται επισταμένα, για να αποκτά το κάθε μέλος τη δυνατότητα να προβαίνει σε σοβαρές εισηγήσεις ή παρεμβάσεις στο έργο που επιτελούν τα διοικητικά όργανα.
● Σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα: Οι συνεργατικές εταιρείες ανήκουν συλλογικά σε μεγάλες ομάδες πολιτών, που είναι τα μέλη τους. Κανένα μέλος, ως άτομο, δεν έχει οποιανδήποτε ιδιοκτησιακή σχέση με την περιουσία της εταιρείας. Το γεγονός αυτό επιβάλλει όπως ο έλεγχος που διενεργείται στις συνεργατικές εταιρείες είναι εφάμιλλος σε ποιότητα και αξία με τους ελέγχους που διεξάγονται στις αντίστοιχες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα. Με τον ίδιο τρόπο επιβάλλεται όμως, να γίνεται και η διαχείριση των αποτελεσμάτων του ελέγχου, τόσο από τους ελεγκτές, όσο και από τα διοικητικά όργανα της εταιρείας.

● Ετεροχρονισμένοι έλεγχοι: Στις περιπτώσεις που μεσολαβεί μεγάλο χρονικό διάστημα, μεταξύ της ημερομηνίας που συμπληρώνεται το οικονομικό έτος μιας εταιρείας και της ημερομηνίας που ολοκληρώνεται ο έλεγχος της, τα αποτελέσματα του ελέγχου χάνουν σημαντικά από την αξία τους. Τα αιρετά διοικητικά όργανα δεν έχουν τα δεδομένα ενώπιον τους στον κατάλληλο χρόνο και συνεπώς αδυνατούν να πάρουν έγκαιρα τις ενδεδειγμένες αποφάσεις. Η εποπτική αρχή επίσης, χωρίς τα αποτελέσματα του ελέγχου είναι αδύνατο να ασκήσει τον εποπτικό ρόλο της και να αντιμετωπίσει προβλήματα που ενδεχομένως να υπάρχουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η Φιλαδελφία παρακαλεί τους αναγνώστες της να σχολιάζουν χρησιμοποιώντας μόνο ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ χαρακτήρες και να μη χρησιμοποιούν ύβρεις και μειωτικούς χαρακτηρισμούς.